|
Γιαλός Πλησιάζοντας
το Γιαλό
αντικρύζουμε
ατόφια τη
φυσιογνωμία
της Σύμης.
Βράχια ξερά,
δεξιά κι
αριστερά. Η
θάλασσα
προχωρεί
βαθιά στη
στεριά. Κι
εκεί, στο μυχό,
δέντρα και
λουλούδια και
ανθρώπινα
έργα. Ένα
ευχάριστο
ξάφνιασμα. Η
αλλαγή είναι
ολοκληρωτική. Ο Γιαλός
είναι το
μεγαλύτερο
λιμάνι του
νησιού.
Καμπαναριά
δεξιά κι
αριστερά κι
ένας πύργος με
το Ρολόι (κτίσθηκε
το 1881 από τους
γιους του Π.
Πετρίδη), που
μετράει για
λογαριασμό
των ανθρώπων
τον χρόνο που
κυλάει
ασταμάτητα,
κύμα κι αυτός
μέσα στον
απέραντο χώρο.
Το καμπαναριό
της
Ευαγγελίστριας,
στην άκρη
δεξιά μοιάζει
αληθινός
βιγλάτορας.
Φυλάει από
κείνη την άκρη
τα όμορφα,
αρχοντικά
σπίτια του
γιαλού, που το
ένα κοντά στο
άλλο
υψώνονται
ωραία,
νησιώτικα από
την παραλία ως
τους πρόποδες
του άγριου
βουνού, που
ορθώνεται από
πάνω της. Η Σύμη
διατήρησε το
νεοκλασσικό
χαρακτήρα της
αρχιτεκτονικής
της. Γι’ αυτό κι
ανακηρύχθηκε
ιστορικός
διατηρητέος
οικισμός. Έτσι
είναι μια
μοναδικότητα
στο Αιγαίο,
αφού στη
Μυτιλήνη ή τη
Σύρο ήλθαν
νεότερες
κατασκευές να
αλλοιώσουν
την
ομοιογένεια. Τα
σπίτια της,
δίπατα και
τρίπατα με
περιποιημένες
αυλές
στρωμένες
συχνά με
κροκαλωτά
δάπεδα που
σχηματίζουν
καράβια,
άγκυρες,
φυτικά ή
διακοσμητικές
θέματα, με
κήπους
φυτεμένους με
εσπεριδοειδή,
φούλια ινδικά,
γαρδένιες,
κληματαριές,
με θαυμάσια
αετώματα
διακοσμημένα
με
καλαισθησία
ανάμεσα στις
δίρριχτες
κεραμιδένιες
στέγες τους,
μπαλκονάκια
με λιτές
σιδεριές –
κάποτε
ξεχωρίζει
στους
εξωτερικούς
τοίχους η
πέτρα ή το
τούβλο – με το
χρώμα της
ώχρας ως πιο
χαρακτηριστικό
στοιχείο και
καφετιά
παράθυρα,
χωρίς να
λείπουν οι μωβ
ή πράσινες
πόρτες με
θαυμάσια
ρόπτρα,
ταμπάδες και
σιδεριές. Και
μέσα
ζωγραφισμένα
συνήθως
ταβάνια,
ξυλόγλυπτες
μουσάντρες,
κομψά έπιπλα,
κομό,
καθρέπτες,
τραπεζάκια
και κονσόλες,
πορσελάνες
και πιατικά
στιβαγμένα
στα ερμάρια.
Με κάντρα
κεντημένα στο
χέρι να
παριστάνουν
την ακρόπολη,
λουλούδια,
σκηνές από τον
Ερωτόκριτο. Το
ίδιο πλούσια
τα κεντήματα
στα έπιπλα,
τις κουρτίνες,
τα παλιά
μπαούλα των
ναυτικών. Μετά την
Ευαγγελίστρια
είναι οι
εγκαταστάσεις
του Ναυτικού
Ομίλου Σύμης
με αμμουδιά,
αποδυτήρια,
κυλικείο και
πιο πέρα ο
πανέμορφος
οικισμός του
Νημποριού.
Περπατώντας
προς τη Σύμη
θα
συναντήσουμε
το Χαράνι, που
είναι ο
σημερινός
ταρσανάς σε
ένα ήμερο,
απαλό όρμο.
Εδώ θα δεις
ακόμη και
σήμερα κα
καρφώνουν, να
μερεμετίζουν,
να
καλαφατίζουν,
να βάφουν σαν
τον παλιό
καιρό τα
τρεχαντήρια
και τα
ξυλοκάικα κι
όταν
ετοιμαστούν
να τα ρίχνουν
στο νερό.
Συνεχίζοντας,
πλησιάζουμε
στο Αλίκη και
το Ξενοδοχείο
Νιρέας στη
θέση του
παλιού
Δημοτικού
ξενώνα, που
αποτελούν
σύγχρονες
ξενοδοχειακές
μονάδες με
όλες τις
ανέσεις και
προδοαγραφές.
Στις
ατέλειωτες
βεράντες του
Νιρέας
έρχονται
πολλοί
ντόπιοι,
παραθεριστές
κι επισκέπτες
για να
απολαύσουν
τον καφέ ή το
παγωτό τους. Μπροστά
στο Ρολόι, το
Μιχαλάκι, ο
μικρός ψαράς
του διάσημου
Συμιακού
γλύπτη Κώστα
Βαλσάμη
καλωσορίζει
τα πλοία, τα
κότερα, τα
καϊκια, που
μπαίνουν στο
λιμάνι της
Σύμης. Τα
περισσότερα
επιβατηγά
δένουν στο
δεξιό
λιμενοβραχίονα.
Από το σημείο
αυτό γινόταν η
εκκίνηση των
σφουγγαράδικων.
Δίπλα στο
Ρολόι
βρίσκεται το
κτίριο της
Αστυνομίας,
κατάλοιπο της
αρχιτεκτονικής
των χρόνων της
Ιταλοκρατίας,
το
Ταχυδρομείο
κι αρχίζουν οι
καφετέριες, τα
κάθε λογής
καταστήματα
με είδη λαϊκής
τέχνης,
εφημερίδες,
σφουγγάρια,
πέτρες
ζωγραφισμένες
στο χέρι,
όστρακα,
κουτουκάκια,
όπου
μοσχομυρίζουν
οι φρέσκοι
θαλασσινοί
μεζέδες,
μπακάλικα,
ταβέρνες,
εστιατόρια,
ενοικιαζόμενα
δωμάτια και η
οικία
Καμψοπούλου,
στην
μπροστινή
πλευρά της
οποίας
διαβάζεις την
επιγραφή : «Η
παράδοσις της
Δωδεκανήσου
εις τους
Συμμάχους
υπεγράφη εις
το οίκιμα
τούτο την 8η
Μαϊου 1945». Στην
οικία αυτή,
που
χρησιμοποιούσαν
ως
Διοικήτηριο,
παρέδωσαν οι
Γερμανοί τα
Δωδεκάνησα
στους
Συμμάχους. Πιο
πέρα, στο Τζυ,
υπάρχει ένα
αντίγραφο της
τριημολίας
που είναι
σκαλισμένη
στο βράχο της
ακρόπολης της
Λίνδου και μια
επιγραφή με το
τετράστιχο
που έγραψε ο
Δωδεκανήσιος
λογοτέχνης
Φώτης Βαρέλης
: «Σήμερα
κρυφομίλησε η
λευτεριά με
μένα πάψετε
δώδεκα νησιά νάστε
συλλογισμένα. 8 Μαϊου 1945». Από κάτω
έχει στηθεί
και το
Περιστέρι της
Ειρήνης του
Κώστα Βαλσάμη,
για να
διαλαλεί
παντού το
μήνυμα της
ειρήνης του
φιλήσυχου
λαού της Σύμης.
Το ανέβασμα
στα σπίτια της
πλευράς αυτής
είναι δύσκολο.
Οι πέτρινες
σκάλες είναι
σχεδόν
κάθετες, οι
κάτοικοι όμως
συνηθισμένοι
από τα μικρά
τους χρόνια,
τις
ανεβαίνουν με
μεγάλη άνεση.
Πιο πάνω είναι
το
ελικοδρόμιο
και τοι
κοιμητήριο
της Ελικωτής. Οι δύο
πλευρές του
νησιού
ανώνονται με
ένα πανέμορφο
πέτρινο
γεφύρι, που
αναπαλαιώθηκε
πρόσφατα. Προς
τη
θάλασσαβρίσκεται
το γραφικό
οίκημα του
Τελωνείου και
δίπλα του η
ψαραγορά, που
τα πρωινά
είναι γεμάτη
φρέσκα ψάρια,
αστακούς,
γαρίδες,
χταπόδια κι
άλλα
θαλασσινά. Από
τη γέφυρα προς
τα μέσα
απλώνεται η
πλατεία του
Κάμπου, όπου
παλιά ήταν ο
ταρσανάς του
νησιού και
έγιναν οι
εγκαταστάσεις
της
αφαλάτωσης.
Σήμερα έχει
διαμορφωθεί
καλαίσθητα με
το Ηρώο στο
κέντρο και
γύρω παρτέρια
με δέντρα και
λουλούδια και
την προτομή
του Συμιακού
καθηγητή της
Ιστορίας
Μιχάλη
Βολονάκη, έργο
κι αυτό του
Κώστα Βαλσάμη.
Στην πλατεία
αυτή βλέπει το
Δημαρχείο, που
έχει
ανακαινισθεί
με αίθουσα
δεξιώσεων κ.λπ.
δίπλα, το
ηλιακό σπίτι
έχει στεγάσει
το Ναυτικό
Μουσείο της
Σύμης με
παλιούς
χάρτες,
ομοιώματα
καραβιών κ.ά.
εκθέματα από
τη ναυτοσύνη
και
σφουγγαροζωή
των Συμιακών.
Συνεχίζοντας
γύρω στην
πλατεία του
Κάμπου, όπου
τα καλοκαίρια
γίνονται
αξιόλογες
πολιτιστικές
εκδηλώσεις
από το Δήμο
Σύμης, θα
συναντήσουμε
το δημοτικό
εργοστάσιο
πάγου, χρήσιμο
ακόμη για τα
αλιεύματα, τα
γραφεία της
ΔΕΗ, μια ωραία
ταβέρνα, στη
θέση του
παλιού μύλου,
εστιατόρια
υψηλών
προδιαγραφών,
τον ΟΤΕ, το
Πετρίδειο
δημοτικό
σχολείο, το
γήπεδο
καλαθόσφαιρας,
όπου
πραγματοποιούνται
εκτός από τις
αθλητικές
διοργανώσεις,
χορευτικές
επιδείξεις κ.ά.
παραστάσεις,
καθώς και το
νεότευκτο
Νηπιαγωγείο
Σύμης. Η
παραλία
συνεχίζεται
με εστιατόρια,
ξενοδοχεία,
χρυσοχοεία,
φούρνους,
φρουτάδικα,
τράπεζες,
καφετέριες,
παντοπωλεία
κι ένα δύο
σούπερ μάρκετ,
καταστήματα
με τουριστικά
είδη,
ζαχαροπλαστεία,
μπαράκια, τα
γραφεία της
μονής
Πανορμίτη,
πάρκινγκ και
την αφετηρία
του
λεωφορείου
και των ταξί.
Πιο πέρα, τα
Κασαπιά είναι
πια παρελθόν.
Παλιά έσφαζαν
τα ζωντανά και
πουλούσαν το
κρέας.
Προχωρούμε
στο Πιτίνι με
το
κινηματοθέατρο
Ακταίον, που
λειτουργεί
σήμερα ως
γυμναστήριο
και η ταράτσα
του ως μπαράκι
το βράδι,και ο
ασφαλτοστρωμένος
δρόμος που
οδηγεί στο
Χωριό και
φθάνει ως τον
Άγιο
Κωνσταντίνο.
Έπειτα
συνεχίζει
χωματόδρομος
ως τον Μεγάλο
Σωτήρη και τη
Μονή
Πανορμίτη. Κοντά
στην πλατεία
του Κάμπου
βρίσκεται ο
Καθεδρικός
ναός του
Τιμίου
Προδρόμου, που
ανεγέρθηκε το
1838 και
ανακαινίσθηκε
το 1869. Η αυλη του
είναι
στρωμένη με
κροκάλες και
το καμπαναριό
του περίτεχνο.
Ο ναός αυτός
συνδέεται με
τις
επισημότερες
ώρες στην
ιστορία του
νησιού, αλλά
και με τις πιο
κρίσιμες
καμπές της και
την αντίσταση
κατά των
κατακτητών.
Παλιά έθαβαν
εδώ κοντά τους
ενορίτες. Στον
Τ. Πρόδρομο
Ιελού
τελούνταν και
πολύ
σημαντικά
έθιμα, όπως το
κάψιμο του
Οβρηού την
ημέρα της
Λαμπρής, που
τον
πυροβολούσαν
στο πλατύ του
ναού οι νέοι
της ενορίας.
Όπως φαίνεται
από διάφορα
ευρήματα, στη
θέση του
σημερινού
ναού υπήρχε
αρχαίος. Δίπλα
υπήρχε το
Θέταρο Σύμης,
όπου στην
περίοδο του
μεσοπολέμου
δόθηκαν
αξιόλογες
παραστάσεις
έργων του
Περεσιάδη, του
Ξενόπουλου,
του Μελά κ.λπ.
Ως το 1926 τους
γυναικείους
ρόλους
υποδύονταν
άντρες
ηθοποιοί. Το
θέατρο
έκλεισαν το 1937
οι Ιταλοί, που
το μετέτρεψαν
σε «Dopo
Lavoro» («Μετά τη
δουλειά») κι
έκαναν
προπαγανδιστικές
εκδηλώσεις.
Καταστράφηκε
μετά από λίγα
χρόνια από
βομβαρδισμούς
των Γερμανών. Το
Θέατρο της
Σύμης
κτίσθηκε επί
Τουρκοκρατίας
από το
Φιλοδραματικό
Σύλλογο «Σοφοκλής»,
που ιδρύθηκε
το 1881, σε
οικόπεδο που
ανήκε στο Δήμο
Σύμης. Το
σχήμα της
πλατείας ήταν
ορθογώνιο.
Καμαρίνια για
τους
ηθοποιούς
υπήρχαν στα
αριστερά της
σκηνής. Πάνω
από αυτά
υπήρχε το
ιματιοφυλάκιο
του θεάτρου.
Το 1925
κατασκευάσθηκε
το θεωρείο του
από τον
Συμιακό
επιπλοποιό
Γιάννη
Κωνσταντινίδη.
Η είσοδος
γινόταν από το
πλατύ του
Τιμίου
Προδρόμου. Στα
χρόνια της
Τουρκοκρατίας
έπαιζαν
τοπικοί
ερασιτεχνικοί
θίασοι,
αργότερα όμως
έφθασαν στο
νησί και
αθηναϊκοί. Στην
περιοχή αυτή
υπάρχουν
υφασματάδικα,
καφεκοπτεία,
ζαχαροπλαστεία,
εστιατόρια,
ταβερνάκια,
φούρνοι,
χαρτοπωλεία,
το παλιό
σιδηρουργείο
Αναστασιάδη κ.λπ. Μια άλλη
πλατεία, στον
αριστερό
λιμενοβραχίονα
του λιμανιού,
είναι εκείνη
της Σκάλας,
όπου πιάνουν
τα φορτηγά και
τουριστικά
καράβια, ενώ
σε όλο το
μουράγιο τα
γιωτ, οι
θαλαμηγοί, τα
κότερα των
ξένων και τα
σκάφη των
ντόπιων το
καλοκαίρι
συνωστίζονται
για μια θέση. Η
πλατεία της
Σκάλας είναι
γεμάτη
τραπεζάκια
και καρέκλες
εστιατορίων
και
καφετεριών. Το
1948 ονομάσθηκε
πλατεία
Αντιναυάρχου
Περικλή
Ιωαννίδη.
Σήμερα
ονομάζαται
πλατεία
καθηγητή
Γεωργίου
Οικονόμου.
Γύρω στην
πλατεία
υπάρχουν
ραφτάδιακ,
χρυσοχοεία,
καταστήματα
με τουριστικά
είδη και το
Αναγνωστήριο
Αίγλη, που
ιδρύθηκε το 1872,
έτος που
εκδόθηκε και
το έντυπο
Καταστατικό
του από το
τυπογραφείο Π.Β.
Μωραϊτίνη
στην Αθήνα. Το 1874 η
Αίγλη
κυκλοφόρησε
τα «Χρονικά
του πρώτου
έτους της», τα
οποία τύπωσε
στο
τυπογραφείο Π.Δ.Σακελλαρίου. Έχει
συλλογή
παλαιών
βιβλίων και
χειρογράφων.
Τα τελευταία
προέρχονται
από τη σχολή
Αγίας Μαρίνας
Σύμης και
είναι
μαθητάρια που
έχουν γραφτεί
από επιφανείς
δασκάλους της
περιόδου της
Τουρκοκρατίας
και
διδάσκονταν
στη σχολή που
ακολουθούσε
συγγενική
γραμμή με
εκείνη της
Πατμιάδας
σχολής. Πίσω από
την πλατεία
της Σκάλας
ξεκινάει η
Στράτα η Καλή,
που την
αποτελούν 500
σκαλοπάτια
χτισμένα με
πέτρα κι ένα
πλατύσκαλο
κάθε τόσο που
οδηγούν στο
Χωριό. Από το
σημείο, όπου
ήτανε άλλοτε
τα Κασαπιά,
ξεκινάει η
στράτα του
Μαστοριού, που
περνάει δίπλα
από το
Πανορμίτειο
Γυμνάσιο,
μπρος από τις
οικίες Λεριά
και Τσοτάρα (Χατζηφώτη)
κι ενώνεται με
τη Στράτα την
Καλή στο
μαγαζί της
Σεβαστής
Καρδαλίνου.
Ένας άλλος
δρόμος, που
οδηγεί από τον
Γιαλό στο
Χωριό,
ξεκινάει από
την πλατεία
Κάμπου και
ονομάζεται
Καταρράκτης,
γιατί
συμπορεύεται
με την όχθη
χειμάρρου, που
βρίσκεται
εκεί.
|