Τα χαρακτηριστικά Οικοσυστήματα

 

Βιντεόραμα

 

1. Η χαράδρα του Αώου

Οι βόρειες πλαγιές της Τύμφης και οι Νότιες του μικρότερου, σε ύψος, όρους Τραπεζίτσα (2.032μ) συγκροτούν τη Χαράδρα του Αώου.

Δίπλα στο ποταμό, εκτός της χαρακτηριστικής παραποτάμιας βλάστησης που αποτελείται κυρίως από Πλατάνια (Platanus orientalis) και Ιτιές (Salix sp.), απαντώνται και άλλα φυλλοβόλα δέντρα, όπως Φράξοι (Fraxinus sp.) και Σφενδάμια (Acer sp.). Αξίζει να αναφερθεί εδώ  η παρουσία της Μαύρης Πεύκης, ενός είδους, που κανονικά αποφεύγει τα υγρά περιβάλλοντα.

 

Πιο πάνω από το ποτάμι αναπτύσσεται βλάστηση με κυρίαρχα είδη το Γάβρο (Carpinus orientalis), την Οστρυά (Ostrya carpinifolia) και διάφορα είδη Δρυός (Quercus sp.) που συνοδεύονται από Σφενδάμια  (Acer sp.), Φράξους (Fraxinus sp.) κ.α, ενώ δε λείπουν στα χαμηλότερα κυρίως υψόμετρα, σκαρφαλωμένα στα βράχια, χαρακτηριστικά μεσογειακά είδη όπως η Κουτσουπία (Cercis siliquastrum), η Κουμαριά (Arbutus unedo & A.Adrachne) και η Αριά (Quercus iliex).

Την παραπάνω βλάστηση ακολουθούν διάφορα κωνοφόρα, π.χ. Μαύρη Πεύκη (Pinus nigra) και Ελάτη (Abies borisii regis), ανάμικτα με διάφορα φυλλοβόλα ή μόνα τους. Τόσο αυτά, όσο και η Οξιά (Fagus sp.) φθάνουν στα ψηλότερα όρια της εξάπλωσής τους, κυρίως το έλατο. Από εκεί κι έπειτα αντικαθίστανται από το Ρόμπολο.

Το Ρόμπολο (Pinus leucodermis) αρχικά το συναντά κανείς μαζί με την Οξιά. Στα ανώτερα όρια όμως του δάσους αποτελεί το μοναδικό είδος δέντρου που κατορθώνει να επιβιώνει.

 

Σποραδικά, σε θαμνώδη κυρίως μορφή, αναπτύσσεται κι ακόμα παραπάνω ως τις μεγάλες απόκρημνες ορθοπλαγιές.

Στη χαράδρα του Αώου απαντώνται όλα τα θηλαστικά του Κ.Δ. Ζαγορίου, με χαρακτηριστικότερο το Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra). Το Αγριόγιδο, το οποίο στις μέρες μας έχει περιοριστεί σε ελάχιστα απομονωμένα βουνά του Ελλαδικού χώρου, απειλείται άμεσα με εξαφάνιση.

Η χαράδρα του Αώου και κατ’επέκταση η Τύμφη, συντηρεί το μεγαλύτερο πληθυσμό του είδους αυτού (50-60 άτομα), που δυστυχώς δεν παύει να είναι κατά πολύ μικρότερος του  μεγέθους που θα έφτανε, χωρίς τις ανθρώπινες επεμβάσεις.

 

Το έντονο λαθροκυνήγι – παρόλο που το ζώο προστατεύεται από την Κυνηγετική Νομοθεσία περισσότερο από 30 χρόνια – και η διάνοιξη ορεινών οδών, που χρησιμοποιούν και οι κυνηγοί, είναι οι κυριότεροι παράγοντες που καθιστούν την επβιώσή του επισφαλή. Μόνο το απόκρημνο ανάγλυφο της χαράδρας έχει κατορθώσει να εξασφαλίσει μέχρι στιγμής την επιβίωσή του σε αντίθεση με άλλα βουνά της χώρας μας, που δεν πρόσφεραν τις ίδιες ευνοϊκές συνθήκες.

Η ορνιθοπανίδα περιλαμβάνει διάφορα είδη των δασών. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δρυοκολάπτες (π.χ.Dendrocopus sp., Dryocopus martius, Picus viridis), που τρέφονται με τα έντομα και τις προνύμφες τους, που αναπτύσονται στα σάπια κούτσουρα.

Τα τελευταία χρόνια οι απότομες πλαγιές της χαράδρας, που βρίσκονται εντός των ορίων του Εθνικού Δρυμού δεν υλοτομούνται. Σαν αποτέλεσμα οι φυσικές διαργασίες συνεχίζονται ανεμπόδιστα, παρέχοντας στα διάφορα είδη – και στους δρυοκολάπτες – άφθονη τροφή. Η διαδικασία αυτή θα ήταν πιο έντονη, αν δεν είχε μεσολαβήσει η μεγάλη πυρκαγιά του 1988.

 

Ο ποταμός Αώος, με την παραποτάμια βλάστησή του, αποτελεί έναν από τους πιο αξιόλογους βιότοπους της Ευρώπης, όπου εξακολουθεί να επιβιώνει, ως τις μέρες μας, η Βίδρα, υδρόβιο θηλαστικό, που τρέφεται με ψάρια και αμφίβια. Δυστυχώς η κακή χρήση των υδάτινων πόρων από τον άνθρωπο (π.χ. εκτροπές ποταμών για ύδρευση, άρδρευση ή ενέργεια), δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην επιβίωσή της.

Από τα 9 είδη ψαριών του ποταμού Αώου, τέσσερα: η Πέστροφα (Salmo trutta macedonicus), η Μπριάνα (Barbus peloponnesius rebeli), ο Κέφαλος του Γλυκού νερού (Leuciscus cephalus vardarensis) και το Συρτάρι, απαντώνται σε ανώτερα τμήματα ποταμού ενώ ο Πινδοβίνος (Orthias pindus), είδος που ταξινομήθηκε πρόσφατα, αποτελεί ενδημικό είδος του ποταμού.

 

2. Οι Μεγάλες Ορθοπλαγιές

Οι μεγάλες κορυφές της Τύμφης διαδέχονται η μία την άλλη καθώς κινούμαστε από ΒΔ προς ΝΑ.

Το Λάπατο (2.251μ.) ακολουθεί ο Πλόσκος (2.372μ.) και πιο πίσω, πάνω από το Οροπέδιο των Λιμών (Λάκκα Τσουμάνη) η Αστράκα (2.436μ.).

Δίπλα από τον Πλόσκο στέκεται μεγαλοπρεπής η Γκαμήλα (2.497μ.) που είναι και η ψηλότερη κορυφή.

  

Ο Καρτερός (2.478μ.) και τα Μεγάλα Λιθάρια (2.467μ.) συνδέουν τη Γκαμήλα με τη Τσούκα Ρόσσα (2.377μ.), ενώ πιο πίσω τους ξεπροβάλλει το Σαμάρι (2.296μ.) Πιο πέρα από την Τσούκα Ρόσσα στα ΒΑ όρια της οροσειράς επιβλητική κορυφή είναι η Γκούρα (2.466μ.), που συνοδεύεται από τη μικρότερη «Κορυφούλα» (2.157μ.)

Σχεδόν αποκλειστικά οι Βόρειες-Βορειοανατολικές πλευρές των κορυφών αυτών, σχηματίζουν θεαματικές ορθοπλαγιές που ξεπερνούν τα 400μ σε υψος. Οι Νότιες – Νοτιοδυτικές πλευρές εμφανίζονται ομαλότερες σχηματίζοντας απέραντα υπαλπικά λιβάδια.

Στις απόκρημνες ορθοπλαγιές – εκτός από την περιστασιακή εμφάνιση του Ρόμπολου – κυρίως σε θαμνώδη μορφή, δεν κατορθώνει να επιβιώσει κανένα είδος δέντρου.

 

Στις αντιξοότητες των κλιματικών συνθηκών προστίθενται και εκείνες του γεωλογικού υποβάθρου. Εδώ στις σχισμές των βράχων φυτρώνουν τα λεγόμενα χασμόφυτα όπως διάφορες Σαξιφράγγες (Saxifraga marginata, S.taygetea, S.adscendens), Silene saxifraga, Sedum sp., Semprervivum marmoreum κ.α.

Όσον αφορά την πανίδα, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αρπακτικά πτηνά, κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Εκτός από τον χρυσαετό (Aquilla chrysaetos), και το Φιδαετό (Circaetus gallicus). Από τους γύπες μπορεί να παρατηρήσει κανείς τα λιγοστά πλέον όρνια (Gyps fulvus), κάποιον περιστασιακό Ασπροπάρη (Neophron percnopterus) και πιθανόν το εναπομείναν ζεύγος Γυπαετών (Gypaetus barbatus).

Τα όρνια μέχρι τη δεκαετία του ’50 σχημάτιζαν αρκετά μεγάλους πληθυσμούς. Στη συνέχεια όμως η μείωση της ορεινής κτηνοτροφίας και της θνησιμότητας των εκτρεφομένων ζώων, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή παρουσία άγριων οπληφόρων, είχε σαν αποτέλεσμα τη στέρηση της τροφής τους. Ο κυριότερος όμως παράγοντας της μείωσής τους έως τα όρια της εξολόθρευσης, υπήρξε η χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων που συχνά τοποθετούνταν στα κουφάρια των νεκρών ζώων, με σκοπό την παράνομη εξόντωση των λύκων. Τέλος συχνά, γύπες, αετοί και γεράκια πυροβολούνται και ταριχεύονται για να στολίσουν έτσι σαν τρόπαια, σαλόνια και καταστήματα.

 

3. Τα Υπαλπικά Οροπέδια

Δυτικά και Νότια των μεγάλων κορυφών, πάνω από τα όρια του δάσους, από τα 1.700μ. έως τα ανώτερα σημεία στα 2.400μ, απλώνονται εκτεταμένα λιβάδια που χρησιμοποιούνταν περισσότερο στο παρελθόν και λιγότερο σήμερα, σαν θερινοί βοσκότοποι των νομαδικών κοπαδιών των Σαρακατσαναίων κτηνοτρόφων.

Στο λιγοστό χώμα, ανάμεσα στα αναρίθμητα βράχια, φυτρώνουν διάφορα λουλούδια δίνοντας στο έδαφος ζωντανούς χρωματισμούς και εντυπωσιακές συνθέσεις.

Ανάμεσα σε αυτά εκτός από τα: Daphne oleoides, Astragalus, angustifolius, A.Sirinicus, Juniperus communisnana, Centaurea epirotica, Centaurea deustiformis, Poa violacea, Silene roemeri, Crocus veluchensis, Onobrychis scarbica, διακρίνουμε και τα Armeria canescens, Cambanula sp., Viola sp., Geranium cinereum subscaulenscens, Rhinanthus pubescens, Pedicularis brachyodonta, Gentiana verna, Sideritis scardica (το γνωστό τσάι του βουνού) κ.α.

 

Εδώ η παρουσία των μεγάλων θηλαστικών είναι περιστασιακή και συνήθως περιορίζεται στα βασικά περάσματα μεταξύ των δύο χαράδρων: του Βίκου και του Αώου, όπως συμβαίνει π.χ. με την αρκούδα, ενώ το αγριόγιδο απαντιέται συχνά κοντά στο χείλος των γκρεμών.

Το καλοκαίρι εντυπωσιακή είναι η παρουσία των μεγάλων αρπακτικών, ενώ τα συνηθέστερα είδη στρουθιόμορφων πουλιών που είναι:

Η Χαμοκελάδα (Anthus campestris), η Λιβαδοκέλαδα(Anthus pratensis), η Χιονάδα (Eremophila alpestris), ο Χιονοψάλτης  (prunella collaris), ο Σταχτοπετροκλής ( Oenanthe oenanthe ) ο Καρβουνιάρης (Phoenicurus ochruros) κ.α. Από τα Κορακοειδή οι Καλιακούδες (Pyrrocorax pyrrocorax και pyrrocorax graculus) σχηματίζουν μεγάλα σμήνη που συχνά διαταράσσουν με τις θορυβώδικες κραυγές τους την απόλυτη ηρεμία του βουνού.

Το χειμώνα που το χιόνι σκεπάζει τα πάντα, οι μόνοι επισκέπτες των μεγάλων υψομέτρων, όταν ο καιρός το επιτρέπει, είναι τα αγριόγιδα και οι χρυσαετοί.

Μέρη που διατηρούν νερό για αρκετά μεγάλα χρονικά διαστήματα, αποτελούν ιδανικούς βιότοπους για το αξιοθαύμαστο, όσον αφορά τους μηχανισμούς επιβίωσής του, αμφίβιο των μεγάλων υψομέτρων: τον Αλπικό Τρίτωνα (Triturus alpestris).

Χαρακτηριστικός βιότοπός του είναι η Δρακόλιμνη και ορισμένες άλλες μόνιμες ή πρόσκαιρες υδατοσυλλογές της Τύμφης, όπως οι λίμνες Φλέγκα και η λίμνη της Αρβανίτας.

Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία πολλών κατακόρυφων σπηλαίων (βαράθρων), που συναντούμε στην οροσειρά της Τύμφης, κυρίως στα υποαλπικά οροπέδια.

Ορεινά λιβάδια, εκτός της Τύμφης, υπάρχουν και στα ψηλότερα σημεία του όρους Στούρος (πάνω από τα χωριά Βίκος –Ελαφότοπος – Πεδινά κ.λπ.) που αποτελεί τη ΝΔ πλευρά της χαράδρας του Βίκου. Επίσης και στο Μιτσικέλι.

  

4. Το φαράγγι του Βοιδομάτη

Το φαράγγι του Βοιδομάτη, μία μικρογραφία του Βίκου, σχηματίζεται ανάμεσα στα χωριά: Βίκος – Πάπιγκο – Αρίστη – Αγ.Μηνάς και Κλειδωνιά.

Εκείνο που εντυπωσιάζει περισσότερο τον επισκέπτη είναι τα κατακάθαρα νερά του ποταμού και η πυκνή παραποτάμια βλάστηση, αποτελούμενη κύρια από τεράστια γέρικα Πλατάνια. Στις πλαγές του μικρού φαραγγιού κυριαρχούν τα Πουρνάρια ενώ ψηλότερα, στα εγκαταλελειμένα από τον πόλεμο και μετά χωράφια, οι Βελανιδιές.

Εδώ συχνότεροι επισκέπτες από τα μεγάλα θηλαστικά είναι ο Λύκος και τα Αγριογούρουνα, ενώ τελευταία απελευθερώθηκε και ένας μικρός αριθμός από Ελάφια.

Από τα πτηνά ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Νεροκότσυφας (Cinclus cinclus), που η ζωή του είναι συνδεδεμένη με τα κρυστάλλινα νερά του ποταμού.

Τρέφεται με τις προνύμφες εντόμων, που συλλαμβάνει μέσα στο νερό, ενώ συχνά τον παρατηρούμε να πετά κατά μήκος του ποταμού από πέτρα σε πέτρα.

Μέσα στον ποταμό εύκολα μπορεί κανείς να παρατηρήσει τις πέστροφες καθώς αναζητούν την τροφή τους, ενώ άλλα είδη ψαριών χάθηκαν από τότε που χτίστηκε το αρδευτικό φράγμα στο τέλος του φαραγγιού. Το ψάρεμα στα όρια του Δρυμού απαγορεύεται.

Πολύ μακριά από την δεξιά κοπή του ποταμού πάνω από το χωριό Πάπιγκο και σε υψόμετρο από 1.400-1.700μ., στις νότιες πλαγιές του όρους Κουστομήτρος, εμφανίζεται η μεγαλύτερη - στην Ελλάδα τουλάχιστον - συστάδα Βουνοκυπάρισσων (Juniperus foetidissina), γνωστών στην περιοχή με το όνομα «Μουρτζίνια».

Παλιότερα η κατανομή τους ήταν περισσότερο εκτεταμένη, αλλά υλοτομήθηκαν έντονα το προηγούμενο κυρίως αιώνα για οικοδομική ξυλεία και περιορίστηκαν.

 

5. Τα Δρυοδάση του Κεντρικού Ζαγορίου

Ανάμεσα και γύρω από τα χωριά: Φραγγάδες, Νεγάδες, Τσεπέλοβο, Καπέσοβο, Κήποι, Δίλοφο, Ασπράγγελοι, Ελάτη, Δίκορφο, Μανασσή, Καλουτά και Διπόταμο σχηματίζεται ένα πολύπλοκο δίκτυο από χαμηλές ράχες και ρεματιές που σκεπάζονται από εκτεταμένα δρυοδάση.

Η παρουσία των δρυοδασών κοντά στους περισσότερους οικισμούς, η χρησιμότητα του ξύλου τους και η απόδοση των εδαφών που σκέπαζαν, στη γεωργία είχε σαν αποτέλεσμα κατά το παρελθόν τον περιορισμό τους.Σήμερα όμως μετά την εγκατάλειψη των περισσότερων καλλιεργειών παρατηρείται μία τάση επανεπέκτασή τους.

 

Στα Δρυοδάση τα διάφορα είδη Βελανιδιάς (Quercus sp.), συνοδεύονται και από άλλα είδη όπως η Οστρυά (Ostrya carpinifolia), τα δύο είδη Γάβρου (Carpinus orientalis C.betulus), η Κρανιά (Cornus mas), η Αγριοκρανιά (Cornus sanguinea), Φτελιά(Ulmus sp.), η Λεπτοκαριά (Coryllus avellana), Η Φλαμουριά(Tilia tomentosa), η Αγριοκερασιά (Prunus avium), η Κουτσουπιά(Cercis siliquastrum), η Σουρβία (Sorbus sp.),και διάφορα είδη Σφενδάμου (Acer monspessu-lanum,A.Campestre,A.Obtusatum) κ.α. Οι καρποί της δρυός, τα γνωστά βελανίδια, αποτελούν τη σημαντικότερη τροφική πηγή για μια ποικιλία ζωικών ειδών. Για αυτόν το λόγο είναι ιδιαίτερα σημαντική στα Δρυοδάση η παρουσία μεγάλων θηλαστικών κύρια του αγριογούρουνου αλλά και της αρκούδας, κατά τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες.

 

Η έντονη εκμετάλλευση, κυρίως με την μορφή αποψιλωτικών υλοτομιών, στερεί από πολλά είδη την τροφή  και τα καταφύγια, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει το δρόμο στη διάβρωση.

Όσον αφορά τα πουλιά του δάσους η απουσία γέρικων δέντρων δεν επιτρέπει την έντονη εμφάνιση δρυοκολαπτών ενώ χαρακτηριστική είναι η παρουσία διαφόρων ειδών Παπαδίτσας (Parus sp.). Τον ερχομό της Άνοιξης βεβαιώνει το πέταγμα του Ασπροπάρη (Neophron percnopterus) - γνωστού και ως «Κουκάλογο» στην περιοχή – μεταναστευτικό είδος μικρού γύπα, που ορμώμενο από απρόσιτες τοποθεσίες αναζητά την τροφή του (κυρίως νεκρά ζώα) στην περιοχή αυτή.

Στις πολυάριθμες ρεματιές, όπου η υγρασία είναι υψηλή, αναπτύσσεται πυκνή παραποτάμια βλάστηση, αποτελούμενη κυρίως από Ιτιές ( Salix sp.) και Σκλήθρα (Alnus Glutinosa).

Η παρουσία και επιβίωση των περισσότερων αμφιβίων σχετίζεται με την παροχή νερού και απαντώνται όπου αυτή είναι ικανοποιητική.

Από τα ψάρια εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά η Μπριάνα, ενώ ελάχιστα ρέματα συντηρούν ένα μικρό πληθυσμό ποτάμιας Καραβίδας (Astacus fluviatilis), είδους που έχει εξαφανιστεί από τις περισσότερες περιοχές της Ευρώπης, εξαιτίας ασθενειών και υπεραλίευσης.

 

6. Τα δάση Οξυάς-Κωνοφόρων του Κεντρικού Ζαγορίου 

Εκτεταμένα δάση κωνοφόρων: Μαύρη Πεύκη (Pinus nigra) και Ελάτη (Abies borisii regis), αμιγή ή μικτά συνήθως με Οξιά (Fagus sp.) απαντώνται κύρια στο Βόρειοανατολικό τμήμα, ανάμεσα και γύρω από τα χωριά Βρυσοχώρι, Ηλιοχώρι, Λάϊστα και Σκαμνέλι.

Δάσος Ελάτης υπάρχει επίσης στο Μιτσικέλι και σε περιορισμένη έκταση  στο Δ.Ζαγόρι.

Η Μαύρη Πεύκη, η Ελάτη και η Οξιά είναι τα είδη δέντρων, που υλοτομούνται συνηθέστερα και αποτελούν αξιόλογη πηγή εσόδων για τους κατοίκους της περιοχής.

 

Οι καρποί της Οξιάς – όπως και της Βελανιδιάς – χρησιμοποιούνται σαν τροφή από διάφορα ζώα του δάσους, ενώ τα κωνοφόρα, ως αειθαλή δέντρα που είναι, παρέχουν κάλυψη και προστασία στα ζώα καθ’όλη τη διάρκεια του χρόνου. Απαντώνται έτσι εδώ τα περισσότερα από τα μεγάλα θηλαστικά, όπως το αγριογούρουνο (Sus scrofa), το Ζαρκάδι (Capreolus capreolus), η Αρκούδα (Ursus actos) κ.α.

 

Παρόλο που οι πυρκαγιές δεν αποτελούν συχνό φαινόμενο στην περιοχή, υπάρχει πάντα ο φόβος μικρές εστίες να πάρουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις (Βρυσοχώρι-Γυφτόκαμπος 1988) και να καταστρέψουν στο πέρασμά τους χιλιάδες στρέμματα δάσους. Επίσης η διάνοιξη δασικών οδών σε ιδιαίτερα επικλινείς τοποθεσίες προκαλεί πολλές διαβρώσεις.

Στις όχθες των ρεμάτων – όπως και στην περίπτωση των δρυοδασών - αναπτύσσεται παραποτάμια βλάστηση αποτελούμενη κύρια από Ιτιές.

 

Τα ρέοντα ύδατα, καθώς επίσης και οι διάφορες υδατοσυλλογές (μόνιμες ή πρόσκαιρες), αποτελούν χαρακτηριστικούς τόπους διαβίωσης και αναπαραγωγής διαφόρων ειδών αμφιβίων, όπως της Μπομπίνας (Bombina variegata), ειδών του γένους Rana, του Φρύνου (Bufo bufo), της Σαλαμάνδρας (Salamandra salamandra) κ.α.